Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Μια τεράστια παρεξήγηση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Με την κομψότητά της, η Θεοδώρα Τζάκρη μας δείχνει πώς το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να εκπολιτίσει τον ΣΥΡΙΖΑ (δηλαδή να επιταχύνει τον εκπασοκισμό του), αλλά δεν τα καταφέρνει.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Αυτό είναι και τίποτε άλλο. Μια παρεξήγηση για την οποία ευθύνεται ο Τύπος, εμείς οι δημοσιογράφοι, δηλαδή, που σπεύσαμε να υιοθετήσουμε την εύκολη, την επιφανειακή ερμηνεία, χωρίς να τη σκεφθούμε λιγάκι περισσότερο. Ο Πάνος Σκουρλέτης, είπαμε, επιτίθεται στον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο για την πρόσφατη συνάντησή του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Λάθος. Ο Σκουρλέτης πράγματι επιτέθηκε στον Αρχιεπίσκοπο προσωπικά, όχι όμως για τη συνάντηση με τον Κυριάκο, αλλά για τις άλλες που είχαν προηγηθεί με τον Αλέξη Τσίπρα.

Κατ’ αρχάς, η διάθεση του Σκουρλέτη να προσβάλει ήταν φανερή στην αναφορά του στο πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου ως «ο επικεφαλής της Εκκλησίας, ο κ. Ιερώνυμος». Εχεις κάθε δικαίωμα να μη συμπαθείς τον θεσμό, ακόμη και να τον εχθρεύεσαι. Είναι όμως τελείως παιδαριώδες και, μετά συγχωρήσεως, χαζό να νομίζεις ότι κάτι πετυχαίνεις, αρνούμενος στον προκαθήμενο της Εκκλησίας τον τίτλο του. Ακόμη χειρότερα, είναι άσκοπο και άνευ ουσιαστικού λόγου. Δεν ξέρω αν κάποιοι βλέπουν ριζοσπαστισμό στη στάση αυτή, προσωπικά πάντως το βλέπω σαν μεταφορά στη ζωή του ενήλικα της τάσης ενός επτάχρονου (ενδεχομένως με σοβαρά ψυχολογικά τραύματα, το καημένο) να αρνείται την πραγματικότητα. Ο Αρχιεπίσκοπος είναι Αρχιεπίσκοπος, όπως ο Πατριάρχης είναι ο Πατριάρχης και ο Πάπας είναι ο Πάπας, ακόμη και όταν τους οδηγείς στην κρεμάλα – αν αυτό θέλεις.

Υστερα, ας προσέξουμε τι είπε ο Σκουρλέτης. «Εχω διαπιστώσει, δικιά μου εκτίμηση, να μου τη χρεώσετε», είπε, «ότι το τελευταίο διάστημα υπάρχουν δυνάμεις μέσα από την Εκκλησία που θέλουν να συντονίσουν τη στάση τους με τις επιδιώξεις της ίδιας της Ν.Δ.». Από αυτό πιάστηκαν όλοι και θεώρησαν ότι αιτία ήταν η πρόσφατη συνάντηση με τον Κυριάκο. Ας θυμηθούμε, όμως, τι έγινε στη συγκεκριμένη συνάντηση. Περισσότερα είπε ο πρόεδρος της Ν.Δ., πολύ λιγότερα ο Αρχιεπίσκοπος και, γενικώς, η συνάντηση χαρακτηριζόταν από την προσπάθεια του Μητσοτάκη να μην αφήσει αμφιβολία πόσο αγαπά την Εκκλησία και τη νοιάζεται και, από την άλλη πλευρά, τη γνωστή αυτοσυγκράτηση του Ιερωνύμου. Αν, ως Σκουρλέτης, κάποιον μπορείς να κατηγορήσεις εδώ, αυτός είναι ο πρόεδρος της Ν.Δ., που κάνει το απροκάλυπτο άνοιγμα προς την Εκκλησία. Ομως ο Σκουρλέτης επιτίθεται προσωπικά στον Αρχιεπίσκοπο.

Πριν από το παραπάνω, όμως, ο Σκουρλέτης είχε πει κάτι άλλο, το οποίο μας βοηθά περισσότερο να εντοπίσουμε τον πραγματικό στόχο της επίθεσής του. «Νομίζω ότι δεν εξυπηρετεί την ίδια την Εκκλησία, δεν δείχνει σεβασμό προς την ίδια τη χριστιανική κοινότητα, να φλερτάρει η ηγεσία της με έναν άλλο ρόλο που θα θέλει να επηρεάζει τα πολιτικά πράγματα της χώρας», ήσαν τα λόγια του. Μα καθόλου δεν «φλέρταρε» η ηγεσία της Εκκλησίας, στη συνάντηση με τον Μητσοτάκη – το αντίστροφο συνέβη.

Επομένως, εφόσον ο Σκουρλέτης κατηγορεί την ηγεσία της Εκκλησίας για φλερτ με την πολιτική, αυτό που μάλλον είχε στο μυαλό του ήταν οι επίσης πρόσφατες δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου, για το πόσο αγαπά τον πρωθυπουργό, σαν παιδί του (όλοι τους είναι παιδιά του – είναι η κρατούσα αντίληψη στον χώρο...) και πόσο τον πονάει που αγωνίζεται και προσπαθεί και έχει μπερδευτεί με τα βάτα. Εξήγησε μάλιστα ότι αυτά τα βάτα βρίσκονται στο εξωτερικό, ονόμασε το ΔΝΤ, την τρόικα και τον Σόιμπλε, αλλά και στο εσωτερικό: «Οσους δεν τον βοηθούν να ξεπεράσει τα προβλήματα». Προφανώς, εδώ ο Αρχιεπίσκοπος εννοεί την αντιπολίτευση, διότι αυτή εμποδίζει (όπως μπορεί) τον πρωθυπουργό. Κατά συνέπεια, οι σχέσεις Αρχιεπισκόπου και κυβέρνησης ήταν ο στόχος του Σκουρλέτη.

Βεβαίως, υπάρχει θεωρητικώς το ενδεχόμενο ο Σκουρλέτης να είπε απλώς ανοησίες, να αγνοούσε εντελώς τη δεδηλωμένη πατρική αγάπη του Αρχιεπισκόπου για τον πρωθυπουργό, να μην καταλάβαινε καν τι έλεγε. Θεωρητικώς, υφίσταται· στην προκειμένη περίπτωση όμως, το αποκλείω κατηγορηματικά. Η μέχρι τώρα διαδρομή του Πάνου Σκουρλέτη δείχνει ότι πρόκειται για ένα λαμπρό μυαλό. (Για τα μέτρα του 1917 στη Ρωσία, τουλάχιστον...)

Υφολογικά

Παρατηρώ πολύ καιρό τις επιδόσεις του στον ρόλο και, με όλο το θάρρος, ας μου επιτραπεί να σημειώσω ορισμένα στοιχεία στο ύφος του εκπροσώπου της Ν.Δ., Βασίλη Κικίλια. To βαρύ, σχεδόν πένθιμο πρόσωπο. Το στακάτο ύφος του λόγου, που υποδηλώνει μια οργή η οποία βράζει από κάτω. Η συχνά ποιητική ελλειπτικότητα του ύφους, που υποδηλώνει συναίσθημα το οποίο πάλλεται. Η συνήθεια να εισάγει την αφήγησή του για το θέμα in medias res, δηλαδή δραματικά.

Θέλω να πω, με όλα αυτά, ότι το ύφος του έχει υπερβολική θεατρικότητα και μάλλον κακού είδους. Αισθάνεσαι ότι κάπου εκεί γύρω πλανάται το παράπονο –το αιώνιο παράπονο– του Νίκου Ξανθόπουλου. Δεν λέω, όλοι μας επηρεαστήκαμε από τον Πανίκα Ψωμιάδη! (Τέτοιας κλάσεως performers και παρόμοιας διάρκειας, πάντα ασκούν επίδραση, ακόμη και σε εκείνους που μπορεί να απεχθάνονται το θέαμα που προσφέρουν.) Ο Β. Κικίλιας, όμως, νομίζω ότι πρέπει κάποια στιγμή να απελευθερωθεί από το υπόδειγμα του μεγάλου δασκάλου του και να αναπτύξει ένα δικό του στυλ. Με όλο το θάρρος, το επαναλαμβάνω...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ