Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Συνύπαρξη χωρίς συνάντηση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Γ​​ια την «ακραία φτώχεια» οι οικονομικές και οι κοινωνικές επιστήμες έχουν τους δικούς τους ορισμούς. Στην τέχνη, ειδικότερα στον κινηματογράφο, οι εικόνες είναι τόσο σαφείς ώστε μπορούν και υπερβαίνουν την επιστημονική ακρίβεια και κινούνται στην πραγματικότητα του ορατού και αδιάψευστου. Μέσα από αυτόν τον φακό «διαβάσαμε» «Το κρύο της Τραπεζούντας» του Μουστάφα Καρά και την «Πλατεία Αμερικής» του Γιάννη Σακαρίδη, που προβάλλονται από την ερχόμενη Πέμπτη. Καμία σχέση μεταξύ τους.

Η πρώτη απογειώνεται στις κορυφογραμμές των βουνών της Ανατολίας, με οδηγό ζωής μια οικογένεια (αντρόγυνο, δύο παιδιά –το ένα με σύνδρομο Down– και γιαγιά) που κατοικεί σε ένα σπίτι (τρόπος του λέγειν) με πόρτα η οποία ουσιαστικά δεν διαχωρίζει το μέσα από το έξω. Για την ακρίβεια, η φύση, τα ζώα και οι άνθρωποι συνυπάρχουν γύρω από μια φωτιά, υποτυπώδη «έπιπλα», στοιχειώδη διατροφή... Τοίχοι, σκεπή και παράθυρα δίνουν την ψευδαίσθηση της προστασίας. Και όμως· η οικογένεια αυτή έχει καθημερινότητα, κανονικότητα ρυθμισμένη από τις αλλαγές των εποχών, επιθυμίες σε σημείο εμμονής (ο πατέρας εξαφανίζεται συχνά, αναζητώντας φλέβα χρυσού στα βουνά, εκτεθειμένος στην απρόβλεπτη φύση), στιγμές ευτυχισμένης συνύπαρξης, τον δικό τους τρόπο να συναλλάσσονται με τον «έξω» κόσμο (ο γιος μαζεύει σαλιγκάρια για να τα πουλήσει και να αγοράσει καινούργιο παντελόνι). Υπομένουν και επιμένουν, αντιστέκονται στις διαρκείς κακοτυχίες και στη φτώχεια περιμένοντας τη δυνητική λύτρωση. Η φτώχεια τους, ναι, είναι ακραία, αλλά ζουν σε αρμονία με το περιβάλλον, απομονωμένοι αλλά συμφιλιωμένοι με τη ζωή τους. Μοιάζει να μην έχουν στον ήλιο μοίρα, όμως όσο υπάρχει ο ήλιος μπορούν να επινοούν και τη μοίρα τους.

Επιστροφή, στα οικεία. Στην «Πλατεία Αμερικής». Αρκεί μια εικόνα - φωτογραφία. Η αποτύπωση του σπιτιού του κεντρικού ήρωα, στο ασφυκτικά μικροαστικό διαμέρισμα. Στον καναπέ κάθονται σε παράταξη η μητέρα (Θέμις Μπαζάκα), ο γιος (Μάκης Παπαδημητρίου), ο πατέρας (Ερρίκος Λίτσης), στον τοίχο, ακριβώς από πάνω τους, ένα μεγάλο κάδρο κορνιζάδικου, σεμέν, δυο-τρία γυαλικά πάνω στο μπροστινό τραπεζάκι. Η οικογένεια ακίνητη, σαν σε αναμνηστική φωτογραφία, στριμωγμένη στον τριθέσιο, αλλά δεν είναι οι διαστάσεις του καναπέ το πρόβλημα. Στον καναπέ αυτόν ακουμπά η Ελλάδα... Η ταινία του Γ. Σακαλίδη διαδραματίζεται στο κέντρο της Πατησίων, σημείο συνάντησης και συνύπαρξης ανθρώπων απ’ όλες τις χώρες του κόσμου. Οι ιστορίες τριών ενοίκων μιας πολυκατοικίας διαπλέκονται με την πραγματικότητα της περιοχής, όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια. Σκληρή και τρυφερή, χολερική, βίαιη, γεμάτη μίσος, παθογένεια, αλλά και αγάπη, γενναιότητα, αυτοθυσία. Σύνθετη πραγματικότητα και απλή, αν αναλογιστεί κανείς τις αποχρώσεις των ανθρώπινων συναισθημάτων, πώς λειτουργεί ο νους όταν θέλει να σώσει ή να καταστρέψει.

Στην «Πλατεία Αμερικής», δεν υπάρχει η ακραία φτώχεια της τουρκικής ταινίας. Ο ρεαλισμός επιτρέπει τις αντιπαραθέσεις όσο παράταιρες κι αν φαίνονται. Οι διαφορετικές εκδοχές του βίου αποτελούσαν, εξάλλου, ανέκαθεν, πεδίο συγκριτικών φαντασιώσεων.

Η «ακραία φτώχεια» ή η «σχετική φτώχεια» μπορεί να ορίζονται αυστηρά από το εισόδημα, όμως κι αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε επιλογές, αντιλήψεις και δράσεις. Η επιβίωση εκτός από οικονομικό μέγεθος είναι και συνθήκη ζωής. Ο τρόπος που η οικογένεια στα βουνά της Τραπεζούντας αντιλαμβάνεται τον κόσμο δεν έχει σχέση με τον τρόπο που πορεύεται μια οικογένεια σε ένα μικροαστικό διαμέρισμα της πλατείας Αμερικής. Οι δύο φτώχειες δεν συναντώνται· εξίσου δεν συναντώνται και τα βλέμματα των ηρώων, η σχέση τους με τον τόπο, τον χρόνο, τα αγαθά, τους άλλους ανθρώπους.

Η φτώχεια και η μιζέρια δεν είναι, υποχρεωτικά, συγκοινωνούντα δοχεία. Η πρώτη, είναι δυσβάσταχτη· η δεύτερη αφυδατώνει χωρίς τέλος και χωρίς έλεος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ