Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

«Προτροπή των Γραικών», Απρίλιος 1821

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μ​​ε την 25η Μαρτίου μπροστά μας και με το 2021 να αναφέρεται όλο και συχνότερα, και πάντα σε προτρεπτικό τόνο («να βγούμε επιτέλους από την κρίση στα διακόσια χρόνια από την Επανάσταση»), μάλλον λογικό είναι να διεκδικήσει μερίδιο στη μνήμη η «Προτροπή Γραικών». Μιλώ για ένα μανιφέστο, ένα πολεμιστήριο σάλπισμα, που τυπώθηκε στη Σπάρτη, «κατά μήνα Απρίλιον» του 1821, όπως διαβάζουμε στο εξώφυλλό του. Τίτλος του: «Προτροπή πατριωτική προς το γένος των Γραικών». Συγγραφέας του ο Αριστόβουλος Λακεδαιμόνιος. Πρόκειται για ένα από τα αρχαιότροπα ψευδώνυμα με τα οποία πολιτεύτηκε και έδρασε διά της γραφής ο λόγιος, ελληνιστής και μουσικοσυνθέτης Κωνσταντίνος (Αγαθόφρων) Νικολόπουλος· στον «Λόγιο Ερμή», για παράδειγμα, δημοσίευε τα κείμενά του υπογράφοντας ως Ελληνόφρων Σαλαμίνιος ή Αγαθόφρων Λακεδαιμόνιος.

Ο Νικολόπουλος γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1786 και πέθανε στο Παρίσι το 1841. Τον τρόπο του θανάτου του θα μπορούσε να τον φανταστεί ο Μπόρχες: φανατικός βιβλιόφιλος, πέθανε από σηψαιμία. Καθάριζε τα βιβλία του, πληγώθηκε, το τραύμα μολύνθηκε, δεν άργησε το τέλος. Είχε προλάβει πάντως ο μανιώδης συλλέκτης βιβλίων να συντάξει τη δωρεά της τεράστιας βιβλιοθήκης του στην πελοποννησιακή Ανδρίτσαινα, από την οποία καταγόταν ο πατέρας του, έμπορος το επάγγελμα. «Η συλλογή αυτή», γράφει ο Κ. Θ. Δημαράς στο έργο του «Νεοελληνικός διαφωτισμός» (Ερμής, 1977), «είναι που του εξασφάλισε μια –κάπως χλωμή και συμβατική– επιβίωση στη μνήμη των συμπατριωτών του: αποτελεί τον πυρήνα στη σημερινή βιβλιοθήκη της Ανδρίτσαινας, φαλκιδευμένη αισθητά, καθώς γίνεται συχνά με τα κληροδοτήματα των εθνικών ευεργετών στον τόπο τούτον». Με λυπεί ν’ ακούω ή διαβάζω τη φρασούλα «στον τόπο τούτον» ή «σ’ αυτόν εδώ τον τόπο», αλλά όχι πάντα για τον ίδιο λόγο: στις μισές περιπτώσεις μοιράζομαι τη λύπη εκείνου που την έγραψε, όπως ο Δημαράς εδώ· στις υπόλοιπες λυπάμαι επειδή αισθάνομαι ότι η φράση λέγεται με κάποια απαξιωτική αλαζονεία για τον τόπο, με αριστοκρατίζουσα ειρωνεία. Εν πάση περιπτώσει, σήμερα η Δημόσια Ιστορική Βιβλιοθήκη Ανδρίτσαινας, όντως εντυπωσιακή, είναι ευρύτερα γνωστή ως «Νικολοπούλειο».

Ο Κωνσταντίνος Νικολόπουλος χρειάστηκε χρόνια, τονίζουν οι ιστορικοί, ώσπου να πείσει τον Αδαμάντιο Κοραή για την πίστη και την αξιοσύνη του. «Με τις δικές του δυνάμεις», λέει πάντα ο Δημαράς, «έφθασε να κατασκευάσει ένα δικό του, αρχαϊκό κοραϊσμό, που μας ξενίζει σήμερα και μας συγκινεί». Ο κοραϊσμός του Νικολόπουλου αποτυπώνεται και στον τίτλο του παραινετικού βιβλίου του, που είδαμε ότι τυπώθηκε τις πρώτες πρώτες ημέρες της Επανάστασης. Οπως και ο Κοραής, προκρίνει το εθνώνυμο Γραικός. Θυμίζω τα λεγόμενα του Κοραή στο έργο του «Διάλογος δύο Γραικών», του 1805, όταν το υπόδουλο έθνος ονειρευόταν ακόμα την πολιτεία του, το κράτος του. Λέει ο Αριστοκλής στον Κλεάνθη: «Οι πρόγονοί μας ωνομάζοντο το παλαιόν Γραικοί· έπειτα έλαβον το όνομα Ελληνες, όχι από ξένον έθνος, αλλ’ από Γραικόν πάλιν, όστις είχε κύριον όνομα το Ελλην, καθώς ημείς ονομαζόμεθα, συ, Κλεάνθης, Αριστοκλής, εγώ. Εν από τα δύο λοιπόν ονόματα είναι το αληθινόν του έθνους όνομα. Επρόκρινα το Γραικοί, επειδή ούτω μας ονομάζουσι και όλα τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης. Αν προκρίνης το Ελληνες, ονομάσου, φίλε μου, Ελλην, αλλά μη, διά τους οικτιρμούς του θεού, Ρωμαίος».

Σαν Γραικός αυτοπροσδιορίζεται ο Διάκος πεθαίνοντας – έτσι μας τον παρέδωσε το δημοτικό τραγούδι που πλάστηκε ελάχιστα μετά τον μαρτυρικό θάνατό του. Το όνομα Ρωμιός υπεράσπισε ο Κωστής Παλαμάς στη σχετική διαμάχη του με τον Νικόλαο Πολίτη, που προτιμούσε το Ελλην. Τη Ρωμιοσύνη τραγούδησαν ο Βασίλης Μιχαηλίδης και ο Γιάννης Ρίτσος. Μάλλον πλούτος, εννοιολογικός και συναισθηματικός, είναι τα τρία ονόματα· όχι διχασμός, ούτε βεβαίως διαβαθμίσεις της ελληνικότητας.

«Μ’ ένα λόγο, Γραικοί, όστις εξεύρει να αποθάνη, εκείνος είναι γεννημένος να ζει ελεύθερος», γράφει λοιπόν ο Αριστόβουλος Λακεδαιμόνιος/Νικολόπουλος σ’ αυτό το κείμενο όπου εμφανίζονται να συνεργούν αρχαίοι και νέοι θεοί (στην 3η σελίδα «οι λατρευταί του αληθινού Θεού οδηγούνται αοράτως υπό ουρανίου αγγέλου», στη 19η παρέχεται η διαβεβαίωση ότι «ήδη με την βοήθειαν της Αθηνάς αναβαίνομεν τον λόφον της δόξης»). Αλλά είπαμε. Αυτά γράφονται τη στιγμή που αρχίζουν να δουλεύουν τα καριοφίλια και τα σπαθιά, όταν δηλαδή είναι αμέσως απαιτητός ο μέχρι θανάτου πατριωτισμός, του δικού σου θανάτου ή του πολεμίου, και μάλλον δεν απευθύνονταν σε όσους είχαν ήδη βγει στον δρόμο του πολέμου, και οι οποίοι, στην πλειονότητα τους, δεν θα μπορούσαν να τα διαβάσουν. Αλλους έχει στον νου του και στην άκρη της πένας του ο λόγιος: τους φιλοτομαριστές, τους εαυτούληδες. Είναι σαν να τον ακούμε:

«Η ευτυχία μας θέλει είσθαι γενική, γενική η δυστυχία μας, γενική είναι η ανάγκη, γενικός πρέπει να γένει και ο αγών μας, γενική η προθυμία μας, η συνδρομή, η βοήθεια, ο ζήλος. Πόθεν περιμένεις, αγαθέ πατριώτα, της πατρίδος την ανάστασιν; ή θέλεις να αποθάνουν οι άλλοι υπέρ τούτου διά ν’ αφήσουν έτοιμα εις σε τα καλά; Και τότε συ πώς εμπορείς να ονομασθείς πατριώτης; με ποίον νόμον; με ποίον δικαίωμα; ότι αδιαφόρεις όταν οι άλλοι εκινδύνευον; ότι εζήτεις την ασφάλειάν σου, όταν οι άλλοι έτρεχον εις τον θάνατον; ΄Η προσμένεις να ευτυχήσει η πατρίς και τότε να την βοηθήσεις; Απόλοιο μετά της βοηθείας σου! Συ θέλεις να καπηλεύσεις την ελευθερίαν του Γένους σου, να φανείς προσφέρων τότε διά να είσαι βέβαιος της ανταμοιβής, και του κέρδους· ή προσθέτων πρόφασιν επί προφάσεως νομίζεις ότι προασφαλίζεσαι; ή δίδων εις αυτήν πράγματα ουτιδανά και άχρηστα θέλεις να δείξεις ότι την εβοήθησες; Συ εγεννήθης δούλος και θέλεις αποθάνει δούλος. Από ταύτην την ώραν σε αποκηρύττει η Πατρίς, σε αποκηρύττει το Γένος, ο νόμος του Θεού και ο νόμος των ανθρώπων· μόνοι οι υπερασπισταί της πατρίδος εμπορούν να την ονομάσουν πατρίδα! Εάν αυτή ευτυχήσει, συ μένεις άπατρις, άγνωστος, άτιμος. Αν όχι, συ συνεισέφερες εις την πτώσιν, εις την δυστυχίαν της...».

Ντουφεκιές στον αέρα, και μάλιστα με άσφαιρα πυρά; Οχι βέβαια. Οι λουφαδόροι δεν έλειψαν ποτέ, ωθούμενοι μάλιστα όχι από δειλία αλλά από στυγνό υπολογισμό. Χονδρικώς είναι όσοι έχουν σαν πρότυπό τους τον Οδυσσέα της πρώτης περιόδου, όταν επιχείρησε «να πάρει τρελόχαρτο για να μην πάει φαντάρος», με σημερινή ορολογία, όταν δηλαδή παρέστησε τον τρελό για να μη συμμετάσχει στην εκστρατεία κατά των Τρώων, τιμώντας τον όρκο που είχε δώσει.
Συνεχίζουμε την άλλη εβδομάδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ