Σεραφείμ Κωνσταντινίδης ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Το νέο «ζήτημα των τραπεζών»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το σημερινό «ζήτημα τραπεζών» δείχνει όσο δυσεπίλυτο ήταν το παλιό, της περιόδου 1871-1873, που είχε αναλύσει με εξαιρετικό τρόπο ο Γ. Δερτιλής στην ομώνυμη μελέτη. Αφορούσε το εκδοτικό δικαίωμα –ανταγωνισμό τραπεζών– εντασσόταν στις πολιτικές και άλλες εξελίξεις της περιόδου.

Σήμερα, μετά την παρατεταμένη κρίση που είχε αφετηρία την κακή δημοσιονομική διαχείριση και όχι τις τράπεζες, αυτές παραμένουν σε αδιέξοδο. Τα ουσιαστικά προβλήματα των τραπεζών είναι δύο αλλά αλληλοσυνδέονται. Πρώτον, σχεδόν τα μισά από τα δάνεια δεν εξυπηρετούνται. Δεύτερον, σχεδόν τα μισά κεφάλαιά τους είναι «λογιστικά», δεν έχουν καταβληθεί αλλά προκύπτουν από κέρδη που (θα) έχουν τα επόμενα είκοσι χρόνια μην πληρώνοντας φόρο.

Πώς μπορούν να εξυγιανθούν οι ελληνικές τράπεζες; Αν γίνει το αυτονόητο, δηλαδή διαγραφούν ή πωληθούν σε χαμηλή αξία κόκκινα δάνεια, οι ζημίες είναι τεράστιες και πρέπει να καλυφθούν με νέα κεφάλαια. Αν αγνοηθεί ο όγκος μη εξυπηρετούμενων δανείων και απλά «ελέγχεται» ο ρυθμός μείωσής τους, παρακάμπτεται το πρόβλημα αλλά συνεχίζει να υπάρχει. Και αφού υπάρχει, πλήττει την αξιοπιστία της οικονομίας και κυρίως τη διάθεση των επενδυτών.

Το πρόβλημα όταν αντιμετωπίζεται με ημίμετρα παραμένει άλυτο. Αυτό έγινε έως τώρα, καθώς τα κεφάλαια που είχαν διοχετευθεί με δύο απόπειρες ανακεφαλαιοποίησης ουσιαστικά εξατμίστηκαν κυρίως επειδή βρεθήκαμε σε περίοδο πειραματισμών. Σκίζαμε… μνημόνια! Η διοχέτευση κεφαλαίων αποδείχθηκε ατελέσφορη, επειδή έλειψε και λείπει ακόμα μια ουσιαστική προϋπόθεση. Η εμπιστοσύνη στις εξελίξεις.

Ευρωστία των τραπεζών θα επέλθει όταν θα υπάρχει εμπιστοσύνη που θα φέρει νέες καταθέσεις, χωρίς το ενδεχόμενο περιορισμών. Σε ποια χώρα με capital control, υπάρχουν ισχυρές τράπεζες;

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης πρέπει να αφορά και τα κεφάλαια των τραπεζών. Να είναι πραγματικά και όχι λογιστικά χωρίς προσπάθεια αδιαφανούς διαχείρισης του θέματος. Βέβαια, η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική χώρα που επιχείρησε παρέμβαση σε «προβληματικές» τράπεζες. Το αμερικανικό δημόσιο αντιμετώπισε τη χρηματοοικονομική κρίση του 2008 δίνοντας 431 δισ. δολ. σε τράπεζες και μετά διέθεσε στην αγορά τις μετοχές που είχε αποκτήσει, κερδίζοντας 15,3 δισ. δολ. όφελος για τους φορολογουμένους. Η Ιρλανδία που είναι (;) πιο κοντά, το 2009 δαπάνησε 32 δισ. ευρώ για τη στήριξη των τραπεζών και οι φορολογούμενοι κερδίζουν 2 δισ. από την «επένδυση» αυτή. Αλλά και στη Μ. Βρετανία με την αναγκαστική κρατικοποίηση της RBS, οι φορολογούμενοι κέρδισαν τελικά από τη σωτηρία της μεγάλης τράπεζας. Αντίθετα στην Ελλάδα, οι φορολογούμενοι «χρεώθηκαν» 30,4 δισ. και οι ιδιώτες μέτοχοι άλλα 10 δισ. ευρώ και οι απώλειες αυτές δεν φαίνονται επαρκείς να σώσουν τις τράπεζες. Γιατί; Επειδή δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στις μελλοντικές εξελίξεις, γιατί οι τράπεζες συνεχίζουν να επιβαρύνονται από την κακή διαχείριση κρατικών οργανισμών όπως η ΛΑΡΚΟ, οι εκκρεμότητες του παρελθόντος, είτε πρόκειται για εταιρείες που έπεσαν έξω είτε για στεγαστικά δάνεια καταναλωτών που δεν έχουν έσοδα, παραμένουν σε... εκκρεμότητα.

Τελικά και το σημερινό «ζήτημα των τραπεζών» μοιάζει με το παλιό. Είναι δυσεπίλυτο ως θέμα εμπιστοσύνης σε κυβερνητικούς χειρισμούς. Κυρίως στην έλλειψη εμπιστοσύνης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ