ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ*

Οταν έλιωσαν οι πάγοι και η «αποσταλινοποίηση»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μόναχο, 1978. Η Λιουντμίλα Αλεξέγιεβα (1927-2018) στο κέντρο, με άλλους Σοβιετικούς αντιφρονούντες. Από αριστερά προς τα δεξιά, η ποιήτρια Γιούλια Βισνιέφκαγια, η Αλεξέγιεβα, η ακτιβίστρια δικηγόρος Ντίνα Καμίνσκαγια και ο αστροφυσικός Κρονίντ Λιουμπάρσκι.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Το περασμένο Σάββατο, στις 8 Δεκεμβρίου, πέθανε πλήρης ημερών η Λιουντμίλα Μιχάιλοβνα Αλεξέγιεβα (Σλαβίσνκαγια το πατρικό της), εμβληματική μορφή του κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην ΕΣΣΔ αλλά και στη Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Η Λιουντμίλα γεννήθηκε στη Γιεφπατόρια (Ευπατορία το ελληνικό όνομα της πόλης) της Κριμαίας, το 1927. Σπούδασε αρχαιολογία και ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας Λομονόσοφ από το 1945 έως το 1950. Την ίδια περίοδο παντρεύτηκε τον στρατιωτικό Βαλεντίν Αλεξέγιεφ, με τον οποίον αργότερα χώρισε. Ξαναπαντρεύτηκε τον μαθηματικό Κονσταντίν Ουίλιαμς κι έζησαν μαζί ώς τον θάνατό του, το 2006.

Το 1953, μετά τον θάνατο του Στάλιν, η Αλεξέγιεβα αρνήθηκε να υποστηρίξει τη διδακτορική της διατριβή με θέμα την ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας (μπολσεβικικού), που από το 1953 ονομάστηκε ΚΚΣΕ –η ίδια έγινε μέλος το 1952– και εγκατέλειψε έτσι οριστικά την προοπτική ακαδημαϊκής καριέρας. Από το 1959 έως το 1968 εργάστηκε στο περιοδικό Nauka («Επιστήμη»), ως υπεύθυνη για τις στήλες της αρχαιολογίας και της εθνογραφίας.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, το σπίτι της Αλεξέγιεβα έγινε κέντρο αντιφρονούντων διανοουμένων και τόπος (ανα)παραγωγής και αποθήκευσης «σαμιζντάτ», δηλαδή αυτοσχέδιων εκδόσεων απαγορευμένων κειμένων, που διανέμονταν κρυφά. Οι Σοβιετικοί που γεννήθηκαν μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, μεγάλωσαν στην εποχή της απόλυτης εξουσίας του Στάλιν και δραστηριοποιήθηκαν τα επόμενα χρόνια, χαρακτηρίστηκαν εύστοχα «Η γενιά της τήξης των πάγων» από την Αλεξέγιεβα, στο αυτοβιογραφικό βιβλίο που συνέγραψε το 1990 από κοινού με τον Αμερικανό δημοσιογράφο Πολ Γκόλντμπεργκ, «The Thaw Generation: Coming of Age in the Post-Stalin Era». Ο όρος «τήξη των πάγων» (αγγλικά: «thaw», ρωσικά: «ottepel») αναφέρεται στην πολιτική της «αποσταλινοποίησης» που εγκαινίασε ο Νικίτα Χρουστσόφ στα μέσα της δεκαετίας του 1950 και προέρχεται από τον τίτλο της ομώνυμης νουβέλας του Ιλγιά Ερενμπουργκ, που δημοσιεύτηκε το 1954 στο περιοδικό Novi mir («Νέος κόσμος»).

Τον Οκτώβριο του 1964 ανέλαβε την εξουσία ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ. Την επόμενη άνοιξη άρχισε η δίκη των συγγραφέων Αντρέι Σινιάφσκι και Γιούλιι Ντάνιελ, που είχαν δημοσιεύσει με ψευδώνυμο στη Δύση έργα τους απαγορευμένα στην ΕΣΣΔ. Μεταξύ άλλων, ο Σινιάφσκι είχε γράψει (με ψευδώνυμο Αμπραμ Τέρτς) κι ένα άρθρο με τίτλο «Τι είναι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός», το οποίο διακωμωδούσε ανελέητα την «ορθόδοξη» σοβιετική λογοτεχνία. Αργότερα ο ποιητής Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο επικαλέστηκε μαρτυρία του Ρόμπερτ Κένεντι, σύμφωνα με την οποία την αποκάλυψη των πραγματικών ονομάτων των Σινιάφσκι και Ντάνιελ, που οδήγησε στη σύλληψη, την παραπομπή και την καταδίκη τους, έκανε η CIA προκειμένου να αποσπάσει την παγκόσμια προσοχή από τον πόλεμο του Βιετνάμ.

Η δίκη των Σινιάφσκι και Ντάνιελ –όπως και η δίκη του ποιητή Γιόζεφ Μπρόντσκι, στις αρχές του 1964– ήταν κομβική για τη ριζοσπαστικοποίηση της γενιάς αυτής, αλλά και για την Αλεξέγιεβα προσωπικά, μιας και ο Ντάνιελ ήταν καλός της φίλος. Από τότε λοιπόν η Λιουντμίλα και άλλοι θαρραλέοι άρχισαν να διεκδικούν το δικαίωμα να παρίστανται στις δίκες των αντιφρονούντων και να συγκεντρώνουν στοιχεία, τα οποία εν συνεχεία έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τα προωθούν σε ανταποκριτές δυτικών μέσων ενημέρωσης. Η δραστηριότητα αυτή της κόστισε τη διαγραφή της από το Κομμουνιστικό Κόμμα και την απόλυσή της από το περιοδικό Nauka το 1968. Από τότε και μέχρι το 1972 βοηθούσε ως δακτυλογράφος στη σύνταξη του θρυλικού περιοδικού σαμιζντάτ «Χρονικό των σύγχρονων γεγονότων», όπου καταγράφονταν λεπτομερώς ειδήσεις σχετικές με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ΕΣΣΔ και πληροφορίες για συλλήψεις και δίκες αντιφρονούντων, για τον εγκλεισμό τους σε στρατόπεδα και ψυχιατρεία κ.ο.κ.

Το 1976, ο πυρηνικός φυσικός Γιούρι Ορλόφ, ο οποίος το 1973 είχε στηρίξει τον Αντρέι Ζαχάροφ όταν τον αποκήρυξαν οι συνάδελφοί του για «αντιπατριωτική δραστηριότητα» και που είχε χάσει τη δουλειά του όταν ίδρυσε το σοβιετικό τμήμα της Διεθνούς Αμνηστίας, εμπιστεύθηκε τη Λιουντμίλα αρκετά ώστε να ιδρύσουν μαζί το Γραφείο Μόσχας του Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η αντίληψη του Ορλόφ για τον τρόπο δράσης των αντιφρονούντων ήταν ανάλογη εκείνης των εκδοτών του «Χρονικού»: με τρόπο όσο το δυνατόν ψυχρό και επιστημονικό, δουλειά της οργάνωσης θα ήταν να ελέγχει το σοβιετικό καθεστώς για την τήρηση της σύμβασης του Ελσίνκι, την οποία είχε υπογράψει.

Ο Ορλόφ συνελήφθη μπροστά στα μάτια της Αλεξέγιεβα στις 10 Φεβρουαρίου του 1977. Η καταδίκη του, η φυλάκισή του και ο εκτοπισμός του στη Σιβηρία ξεσήκωσαν παγκόσμιο κύμα συμπαράστασης (εν τέλει οι σοβιετικές αρχές τον έστειλαν στις ΗΠΑ το 1986), η δε Αλεξέγιεβα έλαβε επίσημη προειδοποίηση από την Κα Γκε Μπε ότι είτε έπρεπε να μεταναστεύσει στη Δύση είτε θα συλλαμβανόταν κι εκείνη. Επέλεξε το πρώτο, κατόπιν και της προτροπής του συζύγου της: «Ο Κόλια θεωρεί τη φυλακή μέρος που καλό είναι να το αποφεύγει κανείς», έγραψε αργότερα.

Η Αλεξέγιεβα έζησε στις ΗΠΑ μέχρι το 1993, οπότε και επέστρεψε στη Ρωσία. Από το 1996 και μέχρι τον θάνατό της διηύθυνε το Γραφείο Μόσχας του Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι. Ασκησε κατ’ επανάληψη σκληρή κριτική στο καθεστώς Πούτιν για θέματα δικαιωμάτων και δημοκρατίας, η δε προσαγωγή της στο αστυνομικό τμήμα κατά τη διάρκεια διαδήλωσης το 2010 ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών. Ηταν αντίθετη με την προσάρτηση της Κριμαίας (της πατρίδας της) από τη Ρωσία το 2014. Πίστευε πως μόνο η ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών θα απαλλάξει τη Ρωσία από τους αυταρχικούς ηγέτες. Παρά τη ρητή αντίθεση της Αλεξέγιεβα στο καθεστώς Πούτιν, ο Ρώσος πρόεδρος, που φαίνεται πως έχει αφομοιώσει πλήρως τον τρόπο του Στάλιν να οικειοποιείται τα σύμβολα, άυλα ή και ζωντανά, την επισκέφτηκε στο σπίτι της στα ενενηκοστά της γενέθλια και της χάρισε έναν πίνακα με τοπίο της Κριμαίας.

* Ο κ. Γιώργος Τσακνιάς είναι ιστορικός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ